Ζερβάτι

Βορείου Ηπείρου

Λεξικό Βορειοηπειρωτικής Διαλέκτου
(Χωριό Ζερβάτι)

201
ζέπης
=
ονομα για σκύλους
202
ζέρβο
=
αριστερό
203
ζευζέκης
=
ανήσυχος
204
ζιαβόρι
=
χαλίκι
205
ζιάκα
=
μεγάλη υφασμάτινη σακκούλα από λινάτσα
206
ζιακαλιάζω
=
ζουλάω
207
ζιάπα
=
βατράχι
208
ζιαπλιακάκι
=
βλ.ζιάπα
209
ζιάω
=
ζώ
210
ζιντζίρι
=
φερμουάρ
211
ζιουπάω
=
πιέζω
212
ζιούριγμα
=
κάψιμο
213
ζιουρίζει
=
καίει
214
ζμπόδος
=
τρικλοποδιά
215
ζοκοπούρα
=
βρώμα (βρισιά)
216
ζόρκος
=
γυμνός
217
ζουλάπι
=
κατεργάρη (μεταφ.)
218
ζουλουμικιάρικο
=
γρουσούζικο
219
ζουρλός
=
τρελός
220
ζυγούρι
=
αρνάκι
221
ζωκοπάει
=
βρωμάει
222
ζωντόβολο
=
μικροκαμμωμένος και κακός άνθρωπος
223
θαραπαύτηκα
=
ευχαριστήθηκα
224
θεμωνιά
=
αχυρώνας
225
θέρμη
=
πυρετός
226
Θερτής
=
Ιούνος
227
θιάμα
=
θαύμα, απίστευτο
228
θύρα
=
πόρτα
229
ισιάδα
=
αλήθεια
230
ίσκινα
=
φυτική ύλη που χρησιμοποιείται για το άναμα φωτιάς
231
ίτσου
=
καθόλου
232
καθάριο
=
σταρένιο, π.χ. "καθάριο ψωμί"
233
καθήκοντα
=
ασκήσεις των μαθητών για το σπίτι
234
κακαράντζα
=
κοπρανα ζώου (αρνιού, κατσικιού)
235
κάκο
=
θεία
236
καλαμίδι
=
πλάστης (με στενόμακρο σχήμα)
237
καλεντάρι
=
ημερολόγιο
238
καλέντζες
=
παιδικό παιχνίδι, το χρησιμοποιούμε και για να
χαρακτηρίσουμε πολύ αδύνατα πόδια
239
καλέσης
=
άσπρο πρόβατο με μάυρα ρουθούνια
240
κάλεσμα
=
προσκλητήριο (κυρίως γάμου)
241
καλικατούρα
=
καρικατούρα
242
καλιμπούτσι
=
σπίτι που φτιάχνουν τα παιδιά για να παίξουν
243
Κάλιο
=
υποκ. της Καλλιθέας
244
καλούδια
=
καραμέλες, σοκολάτες, γλυκά, γενικά δώρα
245
καμάρα
=
χώρος μέσα στον τοίχο (σε σχήμα παράθυρου)
που χρησιμοποιείται σαν χώρος αποθήκευσης πραγμάτων.
246
κάμαρη
=
δωμάτειο ύπνου
247
καμαριέρης
=
σερβιτόρος
248
καμπερές
=
δίσκος σερβιρίσματος
249
καμπόσο
=
ότι είναι κάτι σπουδαίο
250
καμπρολάχανο
=
κουνουπίδι
251
καμπτζίκι
=
καμουτσικι, μαστίγιο
252
καμψιά
=
λίγο, λιγάκι («… είσαι καμψιά έξυπνος…;»)
253
κανατιέρα
=
μπλουζάκι με τιράντες
254
κανίσκι
=
γαμήλιο δωρο
255
κανίστρα
=
ψάθινη λεκάνι για ρούχα
256
καπάνταής
=
ψευτόμαγγας
257
κάπαρο
=
προκαταβολή
258
καπαρτίζομαι
=
περηφανεύομαι
259
καπότα
=
παλτό για βαρυχειμωνιά, φοριέται κυρίως από βοσκούς
260
καργιά
=
καρυδιά
261
καρδάρας
=
αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
262
καρδάρι
=
δοχείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση του γάλατος
μετά το άρμεγμα του ζώοου
263
καρέλι
=
το ξύλο πάνω στο οποίο είναι τυλιγμένη η κλωστή
264
καρκαλάει
=
απομένει
265
καρκαλιέται
=
κακαρίζει
266
κάρκαλος
=
πολύ δυνατός βήχας
267
κασκαντούρα
=
απελπιστικά άδειο
268
καστραβέτσι
=
1)αγγούρι 2) αποκαλούμε έτσι περιφρονητικά, κάποιον
μικρό σε ηλικία
269
Κάσω
=
υποκ. της Κασιανής
270
καταραχιάς
=
άτακτος, ζημιάρης
271
καταχητό
=
καλύβι ζώου
272
κατίλης
=
βλ. καταραχιάς
273
κατράνι
=
μαύρο
274
κατσαρόλι
=
μικρό ( 1 λίτρου ) τσίγκινο δοχείο για τη μεταφορά γάλατος
275
κατσαφλιάκη
=
μικρός, χρησιμοποιείται υποτημητικά
276
κατσέτα
=
τα χτενισμένα μαλλιά
277
κατσιαματιάζω
=
σημαδεύω
278
κατσιδιάρης
=
του λείπουν όλα τα μαλλιά (συνήθως από αρρώστια)
279
κατσούπι
=
δερμάτινο δοχείο για τη μεταφορά γάλατος
280
Κάτω
=
υποκ. της Κατερίνας
281
κατώι
=
καλύβι ζώων
282
καφέτσι
=
μπρίκι του καφέ
283
κάχτα
=
καρύδι
284
κάψιαλο
=
καμμένο
285
κάψω
=
βρε
286
κένα
=
γκρίζα κατσίκα
287
κέντρο
=
διακοσμητικό πλεγμένο στο χέρι
288
κερατάς
=
πονηρός
289
κηλούγγι
=
είδος κασμά
290
Κής
=
υποκ. του Ηρακλή
291
Κιάκος
=
υποκ. του Κυριάκου
292
κικιρίκι
=
αποκαλούνται έτσι όλα τα λάδια εκτός του ελαιόλαδου
293
κίνα
=
ξεκίνα
294
κίνγκος
=
ωραίος, μάγκας
295
κιρκίρι
=
γρύλος
296
κίτερο
=
κίτρινο
297
κλάπας
=
βλάκας
298
κλειδωνιά
=
κλειδαριά
299
κλειτσάρα
=
βήμα
300
κλειτσουνάρι
=
το πόδι υποτιμητικά
301
κλιάει
=
κλείνει
302
κλίμα
=
κλιματαριά
303
κλιούπι
=
καφενείο
304
κλωνάρι
=
κλαρί
305
κλωνί
=
σπίρτο
306
Κόλιας
=
υποκ. του Νικόλα
307
κολιτσίνα
=
παιχνίδι της τράπουλας
308
κολλημένος
=
αδύνατος
309
κόντες
=
αυγά από ψύρες
310
κόντισμα
=
εικόνα
311
κοπερατίβα
=
συναιτερισμός
312
κόπστι
=
νηπειαγωγείο
313
κόρδωμα
=
τέντωμα, λέγεται έτσι και η αντρική στύση
314
κορίτα
=
το μέρος που πίνουν νερό οι κότες (συν. πέτρινο)
315
κορκάρι
=
μικρά κρεμμύδια που φυτεύονται για την αναπαραγωγή του είδους
316
κόρμα
=
1.αρρώστια των προβάτων 2.τεμπέλης (μεταφ.)
317
κόρτσες
=
παράσιτα σαν τις ψείρες
318
κόσα
=
γεωργικό εργαλείο
319
κοτσίλι
=
μικρό μαχαίρι
320
κουτσούπι
=
ό,τι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε
321
Κώτσιος
=
υποκ. του Κώστα
322
κουϊντάλι
=
εκατό κιλά
323
κουκουλίτσα
=
μανιτάρι
324
κουκουμάτσιο
=
κουκουβάγια
325
κουλιάς
=
διωκώμενος (απ’ τους κομμουνιστές)
326
κουλτούκι
=
καναπές, πολυθρόνα
327
κούμπουλα
=
κορόμηλα
328
κουρκούτας
=
αυτός που δε μιλάει καθαρά
329
κουρκούτι
=
χυλός
330
κουρκουτιάζω
=
μπερδεύω
331
κουρκουτόπιτα
=
πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού
332
κουτούζικο
=
κουτός
333
κουτσουπιά
=
είδος δέντρου με μωβ ανθό
334
κουφολάχανο
=
φαγώσιμο χόρτο
335
κοψιά
=
κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος
336
κρακ
=
καθόλου
337
κράνι
=
1)καρπός δέντρου (κρανιάς) 2) αποκαλείται έτσι και το αιδοίο
338
κρατημένος
=
δυσκίνητος, παράλυτος
339
Κράτης
=
υποκ. του Σωκράτη
340
κρένω
=
μιλάω
341
κρίγγαλο
=
πολύ σκληρό
342
κρισάρα
=
σίτα
343
κρόδα
=
1.βρωμιά, 2.λερωμένος, -η, -ο
344
κροδιάρης
=
λερωμένος
345
κρόθα
=
η κόρα του ψωμιού
346
κυβούρι
=
μνήμα
347
κυπρί
=
κουδούνι
348
κωλοφωτιά
=
πυγολαμπίδα
349
λαγγιόλι
=
μέρος της δροπολίτικης στολής
350
λαγγόνι
=
το σημείο πίσω απ 'το νεφρό
351
λάγιο
=
1)μαύρο πρόβατο, 2) αποκαλείται έτσι και ο μελαχρινός
352
λαγούμι
=
μικρό κανάλι δίπλα σε τοίχο
353
λαθίρο
=
παρδαλή κότα
354
λάκος
=
ρέμα
355
λαμνάτος
=
γυμνός
356
λάμπα
=
λάμπα πετρελαίου
357
λαμπατσίδες
=
πυγολαμπίδες
358
λανάρι
=
ξύλινο εξάρτημα με δύο μεταλλικές επιφάνειες για την
επεξεργασία μαλλιού
359
λάπας
=
αφτιάς
360
λάπατα
=
χόρτα φαγώσιμα
361
λαπούσης
=
αφτιάς
362
λάστιχο
=
σφεντόνα
363
Λέας
=
υποκ. του Αχιλέα
364
λέκια
=
λεφτά
365
λέρα
=
1.βρωμιά, 2.μέρος οπού πίνουν νερό τα ζώα
366
λεφτόκαρα
=
φουντούκια
367
Λέως
=
υποκ. του Λεωνίδα
368
λιαβατρίτσε
=
πλυντήριο
369
λιάζομαι
=
κάθομαι στον ήλιο
370
Λιάκος
=
υποκ. του Ηλία
371
Λιάνης
=
υποκ. του Στυλιάνη
372
λιάρος
=
γαλανός
373
λιάσα
=
εξωτερική πόρτα πρόχειρα φτιαγμένη
374
λίγδα
=
το λίπος του χοιρινού που χρησιμοποιείται για μαγειρική
375
Λίγια
=
υποκ. της Ευταλίας
376
λιγκρί
=
λιρί
377
λιθάρι
=
πέτρα
378
Λίκα
=
υποκ. της Βασιλικής
379
λιμπά
=
ανδρικά γεννητικά όργανα
380
Λιόλης
=
υποκ. Γιώργου
381
Λιόλια
=
υποκ. 'Ολγας
382
λιόντζια
=
βεράντα
383
λιοτήρι
=
λιόσπορος
384
λίωνομαι
=
ξαπλώνω
385
λόϊνο
=
μπλε, γαλάζιο
386
λουλάκιασε
=
μελάνιασε
387
λουρίδα
=
ζώνη
388
λυκούνι
=
θηρίο (μεταφ.)
389
μαγειριό
=
κουζίνα
390
μαγκούφης
=
πονηρός
391
μαϊμούνι
=
παλιόπαιδο
392
μακαράς
=
το μάτσο με την κλωστή
393
μαλαγάνα
=
πονηρός
394
μαλακύθρα
=
μαλάκας
395
μαλέκο
=
θεία μεγάλης ηλικίας
396
μαλέσικο
=
τριχωτός
397
μαλλιά
=
αποτυχία «… μαλλιά, τίποτα δεν κερδίσαμε…»
398
Μάλλω
=
υποκ.της Αμαλίας
399
μαλτέζικο
=
1.αφτιάς (μεταφ.), 2.ράτσα ζώου
400
μαμάτσα
=
ψωμί από καλαμπόκι

1 | 2 | 3 | 4 | 5

Με πλήρη σεβασμό στους συγχωριανούς μας, στις ρίζες, τη σημασία και την έννοια των παραπάνω λέξεων!