Ζερβάτι

Βορείου Ηπείρου

Λεξικό Βορειοηπειρωτικής Διαλέκτου
(Χωριό Ζερβάτι)

401 μαντάτο = ανίκανος άνθρωπος, χαζός, αδυνατει να διεκπαιρεώσει
οποιαδήποτε εργασία
402 μαντέμι = χώρος απ' τον οποίο προμηθευόμαστε πέτρες. Επίπονη διαδικασία
το άνοιγμα του μαντεμιού.
403 μαντζάνα = μελιντζάνα
404 μαντζάνας = μυταράς
405 μαντζάτο = αποκαλείτε συνήθως το ισόγειο διπλόπατου σπιτιού.
406 μαξούς = επίτηδες
407 μαραγκιασμένο = μαραμένο
408 μαραγκούλα = μαραμένο σύκο
409 μαργομένος = κοιμισμένος, μαγεμένος
410 μαρκιέμαι = μοιρικάζομαι
411 μασιά = σπάτουλα που χρησιμοποιείται για να βγάζουμε τα ψωμιά
απ' το φούρνο
412 μασκαράς = παλιάνθρωπος
413 μασκαρόλογα = χυδαία λόγια
414 μάστα = μάζεψέ τα
415 μαστάκι = ακρίδα
416 μαστάρια = ο μαστός της αγελάδας ή της γίδας
417 μαστίτσιο = ψαρόκολλα
418 μαστραπάς = κανάτα για νερό
419 ματαράς = δοχείο για μεταφοραά υγρών
420 ματούφας = 1.ακούρευτος 2.ηλικιωμένος
421 ματσιαλάω = μασάω
422 ματσί = γατάκι
423 μαυλώ = καλώ τα κατοικίδια ζώα
424 μαύρος = κακομοίρης
425 μελοπαρμένο = άμυαλο
426 μελοχαμένο = μελό(=μυαλό) – χαμένο
427 μέντζα = μαγειρίο
428 μερμάγκα = αράχνη
429 Μήτσης = υποκ. του Δημήτρη
430 μηχανή = 1)αυτοκίνητο, 2) ξύστρα
431 Μίγια = υποκ. της Ευθυμίας
432 μιλικόκι = άγριος καρπός-μικροσκοπικός-δέντρου (φαγώσιμος)
433 Μίλτης = υποκ. του Μιλτιάδης
434 μιντέρι = καναπές
435 μιντζίρι = περίεργο
436 Μίχος = υποκ. του Μιχάλη
437 μο = ω, (κλητική)
438 μολιά = βρισιά, μολυσμένος, βρώμικος
439 μοτόρι = μηχανή
440 μότσι = βαριεστημένος
441 μουαμπέτι = κουβέντα, συζήτηση
442 μούκας = 1.ακαμάτης, οκνηρός 2.παιχνίδι όπου ο παίκτης καλείται να ρίξει
(να «πάρει») ένα πετρινο κομματάκι(«μούκας») όπου είναι τοποθετημένα κέρματα
443 μουμούδι = οκνηρός
444 μούρες = βατόμουρα
445 μουρούζικο = χαμηλοβλεπών
446 μουσαμάς = ναϋλον
447 μούσγκωσε = νύχτωσε
448 μούσγκωσε = νύχτωσε
449 μουσουμπέτικο = 1.ο έχων τάσεις προς ανάπτυξη βεντέντας, 2.καρφώνει πισώπλατα
450 μουστερής = πελάτης
451 μουτεύω = 1.μαδάω, 2. νικάω (μεταφ.)
452 μουτρούνα = 1. αγκαθωτό χόρτο που το τρώνε οι αγελάδες 2. χοντρή γυναίκα
453 μουτσιάλα = πλημμύρα
454 μπαϊρι = μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού
455 μπακούλα = μικρό σακκί
456 μπάλα = κούτελο
457 μπαλιάσης = με ασπρόμαυρες βούλες
458 μπαλίκο = ονομα για σκύλους
459 μπάλιος = ονομα για σκύλους
460 μπάμπο = γριά
461 μπανταλομάρες = ανοησίες
462 μπαρμπούνια = φασολάκια
463 μπαρτσολέτα = ανέκδοτα
464 μπάσι = στενόμακρο ξύλινο κάθισμα για πολλά άτομα
465 μπαστί = μπάσταρδο
466 μπάστι = στοίχημα
467 μπατανία = κουβέρτα
468 μπαφίλι = τενεκές
469 μπέης = γαιοκτήμονας
470 μπέϊκα = πρόβατο με πρόσωπο άσπρο
471 μπέλλο = κάτασπρα μαλλιά
472 μπέμπα = παιχνίδι της τράπουλας
473 μπεξής = φύλακας
474 μπερμπετσούλης = αδύναμος σωματικά και οικονομικά
475 μπερούτσα = μάλλινο επανωφόρι
476 Μπία = υποκ. της Ολυμπίας
477 Μπίλια = υποκ. της Ελπίδας
478 μπίμι = εύσωμος άνθρωπος, όνομα γουρουνιών
479 μπιμπίκι = είδος κουδουνιού
480 μπίμτσα = υπόγειο (για συντήρηση ευπαθών τροφίμων)
481 μπινιώτα = κατσαρόλα
482 μπιντόνι = δοχείο για μεταφορά υγρών
483 μπιρπίλι = σφυρίχτρα
484 μπίστα = ουρά
485 μπιστικάλι = αλογοουρά
486 μπίτισε = τελείωσε
487 μπιτισμένο = καημένος, κακόμοιρος
488 μπιτσιλιάκος = σκορπιός
489 μπιτσιμισούζικο = βλ. σουισούζικο
490 μπιχλιμπίδια = μικροπράγμτα, στολίδια, ή και ψεύτικα κοσμήμτα
491 μπλέτσωσα = χώρτασα
492 μπογκάτσα = γλυκό ψωμί
493 μπόγλικο = μπόλικο, άφθονο
494 μποκανίκια = δώρο για το νεογέννητο
495 μπολεύω = μετατρέπω ένα δέντρο σε άλλο
496 μπόλι = το σημείο στο οποίω γίνεται το μπόλεμα
497 μπόλια = βρασμένο καλαμπόκι
498 μπομπότα = ψωμί από καλαμπόκι
499 μπονόρα = αυγή, ξημέρωμα
500 μποντίλια = μπουκάλα
501 μπόρτζι = χρέος
502 μπόσικο = κενό, ελλειπή
503 μπότι = δοχείο προς τήρηση πόσιμου νερού
504 μπουζέλης = με μεγάλα χείλη
505 μπούζια = χείλη
506 μπουζκούκι = κραγιόν
507 μπουκέρι = πολυβολείο
508 μπούλα = προστατευτικό για το κεφάλι απ' τον ήλιο
509 μπουμπουνάω = 1.βροντάω 2.λέω άτοπα λόγια ή κουβέντες
510 μπουνταλάς = βλάκας
511 μπούντενα = πήλινη στάμνα
512 μπουρέκι = πίτα
513 μπουρμπούτσαλα = κόκκινοι καρποί της γλογγιάς
514 μπουσιουλίκα = καρπός δέντρου που χρησιμοποιείται και για παιχνίδι
515 μπούτσι = καλό
516 μπούτσιρο = ωραίο
517 μπουφές = σύνθετο
518 μπουχάρι = ο εσωτερικός χώρος του τζακιού, που βάζουμε τα ξύλα
519 μπρούσια = θράκα
520 μπρουχαλέτσικο = άτομο ευάλωτο στις αρρώστιες, που συχνά βήχει
521 μύλος = μηχάνημα αλέσματος καφέ
522 μυρίορυμο = κακόμοιρο
523 Νάκος = υποκ. του Νικόλα και του Γιάννη
524 ναπολιόνι = παλιό εκατοστάρικο
525 Νάσιος = υποκ. του Θανάση
526 Νάστα = υποκ. της Αναστασίας
527 Νάτσης = υποκ. του Θανάση,
528 ναύτα = νεύτη
529 νεφτήρα = φορητός νηπτήρας
530 νίλα = ζόρι
531 νιογλεντζιές = άτομο, νεαρής ηλικίας, που του αρέσει και ξέρει να γλεντάει.
532 νοματέοι = άτομα
533 νταβιτζής = αυτός που κάνει κουμάντο
534 νταγιάκι = μεταφ. δαρμός, "ξύλο"
535 ντάκος = κριός
536 νταλάκι = δηλητήριο
537 νταμάσκο = κάλλυμα καναπέδων
538 ντάμπαρο = ορθάνοιχτα
539 νταμπίνα = κοπάνι σταφύλι
540 νταμπλάς = 1.ηλίθιος 2.μεγάλη έκπληξη (μεταφ.)
541 νταμπούκι = «ψόφιος»
542 ντανταρούκι = τσαμπουκάς, ψευτόμαγκας
543 νταούλας = ξεροκέφαλος [έχει το κεφάλι σαν το νταούλι]
544 ντασκί = φυλακτό
545 ντάτσο = αυτός που έχει ξυρισμένο κεφάλι
546 νταψιά = πέσιμο
547 ντεκοράτο = παράσημο
548 ντελικάτο = ευαίσθητο
549 ντενεκούλι = ποταπός
550 ντεντές = τεμπέλης
551 ντέπος = αποθήκη
552 ντερβένι = κεντρικός δρόμος
553 ντερζί = κακόμοιρος, καημένος
554 ντερμπεντέρης = ανοικοκύρευτος
555 ντερτιλής = μερακλής
556 ντεψί = ταψί
557 ντιβέτσι = κουζινικό σκεύος, μικρό ταψί
558 Ντίνης = υποκ. του Κωνσταντίνου
559 ντίου ντάου = παιδικό (επικίνδυνο) παιχνίδι
560 ντίπου = καθόλου
561 ντίπυ = τελείως
562 ντότι = εύκολα (πχ δεν μπόρεσα ντότι να πάω)
563 ντουγραμάς = 1.σανίδα 2.αμόρφωτος («… είναι ντουγραμάς…»)
564 ντουμάνι = έντονος καπνός
565 ντουμπετσιάζω = δέρνω
566 ντουμπίτσι = ξυλοδαρμός
567 ντουντούνα = σκληρό φύλλο χλωρού κρεμμυδιού-φορέας του σπόρου του
568 ντουφεκισμένος = κακόμοιρος
569 ντούφι = ιδιοτροπία
570 ντραγκατζίκα = καραβάνα φαγητού
571 ντρεβενίτσα = δοχείο νερού
572 Ντρέκος = υποκ. του Αντρέας
573 ντριμόνι = σουρωτήρι (μεταφ.)
574 ντρουμπέκι = ξύλινο δοχείο για αποβουτήρωση γάλακτος
575 ξάχαλο = όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο
576 ξαχλιάζω = διασκεδάζω
577 ξεβεντιάζω = δοκιμάζω
578 ξεθρεμίζω = αποδυναμώνω
579 ξεθώνισε = χάζεψε
580 ξεκάλτσωτος = ξυπόλυτος
581 ξελαμνώνω = ξεγυμνώνω
582 ξελαφιάζω = ξεκουφαίνω
583 ξεμπινιάρικο = αλήτης
584 ξεπαστρεύω = καθαρίζω, αποδεκατίζω
585 ξεσυνέρεια = ανταγωνισμός
586 ξεφάλωτη = γυναίκα χωρίς μαντήλι στο κεφάλι
587 ξιάω = ξύνω
588 ξίγκι = λίπος
589 ξίκι = περριτό, μη θεμιτό («…δεν το θέλω, να μου γίνει ξίκι…»)
590 ξιούρας = αλλοπαρμένος
591 ξοδικιά = ξωτικό (συνήθως γυναικείας μορφής)
592 ξόδρεμα = στραβοκατάπωση
593 ξολαλάω = λέω αηδίες
594 ξόμπλι = περιέργως ηλίθιος, εκτός τόπου και χρόνου
595 ξυλοκρέββατο = φορείο
596 οβίρα = σημείο σε ποταμό που σε παρασύρει προς τα μέσα
597 οβορός = τοίχος
598 οκάρα = δοχείο φύλαξης υγρών
599 Όνι = υποκ. της Ερμιόνης
600 όντας = όταν

 

1 | 2 | 3 | 4 | 5

Με πλήρη σεβασμό στους συγχωριανούς μας, στις ρίζες, τη σημασία και την έννοια των παραπάνω λέξεων!