Ζερβάτι

Βορείου Ηπείρου

Λεξικό Βορειοηπειρωτικής Διαλέκτου
(Χωριό Ζερβάτι)

801 στουφάρα = παπάρα
802 στραγγιστήρι = σουροτήρι
803 στραγγούλισα = στραμπούλιξα
804 Στράτης = υποκ του Ευστράτιου
805 στριμμένος = ευνουχισμένος
806 συκομαϊδα = αποξηραμένο σύκο
807 σύσταση = διεύθυνση
808 σφρέκλα = φαγώσιμα χόρτα
809 τάβλα = το σημείο που ρίχνουν την τροφή των ζώων
810 ταμάμ = ακριβώς (ταιριάζει ταμάμ)
811 ταράντζες = τιράντες
812 ταρτακουλιάζω = κρυώνω υπερβολικά
813 Τάσιω = υποκ. της Αναστασίας
814 τελεβιζόρι = τηλεόραση
815 τελέφι = πολύ κουρασμένος
816 Τέλης = υποκ. του Αριστοτέλη
817 τέντα = λαστιχάκι
818 τεντέλα = δαντέλα
819 τέντζερη = κατσαρόλα
820 τεριτάλι = είδος υφάσματος
821 τζιάνι = καλός
822 τζανιασμένο = μαραμένο και ταυτόχρονα σκληρό
823 τζαντές = κεντρικός δρόμος
824 τζαρμπί = ρούχο μικρής αξίας
825 τζιακαμέντο = μπουφάν
826 τζιάπα = τσάμπα
827 τζιαρούχι = λάχανο
828 τζιβλιόρικο = αυτός που τζιβώνει τα μάτια (βλέπε τζιβώνω)
829 τζιβώνω = κλείνω το μάτι (τικ)
830 τζίγγι = χαρτοπαίγνιο
831 τζιερεμές = άχρηστος
832 τζιερμπούνι = κοράκι
833 τζινάω = πειράζω
834 τζίνια = αγκάθια
835 τζινκς = τζιν
836 τζιοβόρι = 1.πρόχειρο χτίσμα 2.αμώρφοτος (μεταφ.)
837 τζιοβοριάζω = στήνω πρόχειρα έναν τοίχο
838 τζιόκο = τζόγος (απόκλιση απ’ το κανονικό)
839 τζιομπόκι = χοντρό κλαδί δέντρου που προεξέχει. Αποκαλούμε κάποιον
δυσκίνητο περιφρονητικά
840 τζιόμπος = καρούμπαλο
841 τζιούπι = μπουφάν
842 τζιουράπι = κάλτσα
843 τζούνα = επίπληξη, «τιμωρία», έπαθλο(σκορ)παιχνιδιού
844 τζουτζουκώνω = τουρλώνω
845 Τίδης = υποκ.του Αριστείδη
846 τορόνι = μαύρος χαλβάς
847 τουλάτσης = καράφλας
848 τούλι = πολύ ψιλό είδος υφάσματος
849 τουλούπα = 1.η συνολική ποσότητα μαλλιού που τοποθετείτε στη ρόκα
2. νιφάδα χιονιού
850 τούμπο = σωλήνας
851 τουρί = το πρόσωπο
852 τουρκί = μεταλικό στεφάνι που συγκρατεί τα βαρέλια
853 τουρτουλίδα = τρελλός, ασόβαρος
854 τούτα = πυτζάμα
855 τράβλιακας = τραβλός
856 τραϊ = τράγος
857 τραπάτσαλο = απρόσεκτος
858 τραπουζάνα = νταμιτζάνα
859 τρεντελίνα = 1) κίτρινο φυτό. 2) αποκαλούμε έτσι κάποιον πολύ αδύνατο
860 τρεπελιές = περπατάει πηγαίνοντας δεξιά και αριστερά (π.χ.λόγω μεθυσιού)
861 Τρίγος = Σεπτέμβριος
862 τρίμματα = ψίχουλα
863 τριμπούνα = εξέδρα
864 τρίποδο = ξύλινο κατασκεύασμα πάνω στο οποίο κόβονται τα ξύλα
865 τρίτσα = τρίλιζα (παιχνίδι)
866 τριτσίκλι = τρίκυκλο
867 τσάβαλο = ρούχο
868 τσαγκάδα = η προβατίνα που χάνει το αρνί της μετά τη γέννα
869 τσιαγούλι = πηγούνι
870 τσακάτω = κάτω
871 τσάκινο = ψιλό ξυλαράκι (συνήθως χρησιμοποιείται για προσάναμα)
872 τσιακομάκι = αναπτήρας
873 τσαμπουνάς = όταν κάποιος λέει ανοησίες
874 Τσιάντα = υποκ. της Αλεξάνδρας
875 τσαντζαρόνομαι = παίρνω τα πάνω μου
876 τσαπάνω = πάνω
877 τσαπκίνα = τσαχπίνα
878 τσαρακλάνι = ασήμαντος άνθρωπος
879 τσαφτού = από ‘κεί
880 Τσέας = υποκ. του Οδυσσέα
881 τσεδώ = από ‘δώ
882 τσεκί = πιο ‘κεί
883 Τσιένη = υποκ. της Πολυξένης
884 τσιμερώνω = τρώω (πολύ αρνητική έννοια)
885 τσενομένο = αδύνατος
886 τσιεντράλι = κεντρική μονάδα παροχής ρεύματος
887 τσέργα = φλοκάτη
888 Τσιέφος = υποκ. του Στέφου
889 τσιεφτές = δίκανο
890 τσιά = σπίθα
891 Τσιάβος = υποκ. του Σταύρου
892 τσιαλοκόπα = αγροτικό κοπτικό εξάρτημα (κυρίως για κοπή ξύλου)
893 τσιαπαλιάζω = λιώνω
894 τσιάπι = βήμα
895 τσιατή = σκεπή
896 τσιάφνι = η πρωινή παγωνιά, κυρίως, πάνω σε γρασίδι
897 τσιβούρα = σκάσιμο των χεριών απ το πολύ κρύο
898 τσίκα = λίγο
899 τσίκσε = φύγε από ‘δώ
900 Τσίλης = υποκ. του Βασίλη
901 τσίλικο = καινούργιο
902 τσιλιτούρα = τσέρλα
903 τσίμες = γαύρος
904 τσιμπίδα = πένσα
905 τσιμπιδάκι = μανταλάκι
906 τσίντζα = σταγόνα
907 τσίντζας = άτομο αδύναμο
908 τσιντζίρι = τζιτζίκι
909 τσιοκάνι = σφυρί
910 τσιοκλάνι = τσόγλανος
911 τσίου - τσίου = πολυστερίνη
912 τσιούκα = το αντρικό μόριο
913 τσιουρούκικο = τρωτό
914 τσιουτέρι = μικροπρόσωπος, ζούδιο
915 τσιροπούλι = 1. τσίρος 2. σπουργίτι
916 τσιστέρνο = δεξαμενή
917 τσίτα = μικρό καρφί
918 τσιφούτης = τσιγκούνης, εβραίος
919 τσιφτιλίτικο = αλήτης με καταστροφικές τάσεις
920 τσόκαλο = το εσωτερικό ξυλό του καλαμποκιού
921 τσολάω = χτυπάω μέχρι να διαλύσω κάτι (να το ισοπεδώσω)
922 τσότσκα = φύτρα μαλλιών
923 Τσότσο = υποκ. της Σοφίας
924 τσούνιος = άτομο αδύνατο
925 τσώπα = σώπασε
926 υγρό = στυλό
927 φασκιά = σκοινί με το οποίο δέναμε τα σπάργανα
928 φασκιώνω = δένω το μωρό με τη φασκιά
929 φασουλίζω = 1) βάζω κάποιον στη θέση του 2) τα κάνω χάλια
930 φέγγει = χαράζει
931 Φίγια = υποκ. της Ιφηγένειας
932 φιασίδι = κραγιόν
933 Φίγω = υποκ. της Φιγαλίας
934 φιδορούτι = το πουκάμισο του φιδιού (αυτό που αλλάζει)
935 φίντες = τακουνάκια, κόλπα γενικώς
936 φλαμπόθηκα = τυφλώθηκα ή από ζαλάδα ή από τον ήλιο
937 φλαστάρι = όμορφος
938 φλεντζουρίδα = κοφτερή και μικρή πέτρα
939 φλέστρα = το κάλυμα των φασολιών που απομένει μετά την διαλογή τους
940 φλετουρίδα = πεταλούδα
941 φλετούριξα = πέταξα
942 φλοέρα = το καλάμι του ποδιού
943 φόλα = το μέρος της σφεντόνας που κρατάει την πέτρα
944 Φώνη = υποκ. της Περσεφόνης
945 φορέματα = ρούχα
946 φούκσης = προδότης, καρφί
947 φουργκάτσια = το (ξύλινο) μέρος σε σχήμα Υ της σφεντόνας
948 φούρκα = ξύλο με διχάλα στην κορυφή που χρησιμοποιείται να ισσοροπίσει
το βάρος σε φορτία ζώων
949 φους - φους = μπουφάν, αδιάβροχο
950 φούσια = 1.γήπεδο ή αγρόκτημα 2. το μηδέν του ντόμινο
951 φουσκή = κοπριά
952 φρίγγο = καινούριο
953 φριγκοριφέρι = ψυγείο
954 φτασιάρικο = φωνακλάς
955 φτελιά = είδος δέντρου με μωβ ανθό
956 Φτέλιω = υποκ.της Ευταλίας
957 φτενό = λεπτό
958 φτενούγιες = φαγώσιμο χόρτο
959 φτουράω = αντέχω
960 Φτύχω = υποκ. της Ευτυχίας
961 φυτευτήρα = γεοργικό εργαλείο με το οποίο ανοίγουν τρύπες για το φύτεμα
962 Φώτος = Φώτης
963 χαγιάτα = σκέπαστρο εξώπορτας
964 χαλεπά = ψάχνοντας
965 χαλές = 1.τουαλέτα, 2.βρισιά: «είσαι χαλές»
966 χαλεύω = ψάχνω
967 χαμπέρι = είδηση, νέο
968 χαντζιάρι = μαχαίρι μεγάλο
969 χάπατο = χαμένος
970 χάπι = φλέμα
971 χαραμοφάης = άχρηστος, ακαμάτης, τεμπέλης
972 χαρχάγγελος = ενοχλητικό άτομο
973 χασικλής = χαμένο κορμί, κατεστραμμένος
974 χασωφεγγιάρικο = χλωμός, αδύνατος
975 χατίλια = το κενό μετξύ σκεπής και ταβανιού
976 χάφτας = χαζός (χάφτω=χαζεύω, κοιτάζω παθητικά)
977 χάχας = γελάει δίχως λόγο
978 χαψιά = μπουκιά
979 χέσκας = δειλός
980 χλαπακιάζω = τρώω
981 χολέρα = αποκαλούμε έτσι τον βρώμικο, τον κακό, τον ψυχικά βρώμικο
982 χολιάζω = στεναχωριέμαι
983 χουλιάρι = κουτάλι
984 χουμπούλι = απευθυνόμαστε σε κάποιον έτσι για να του πούμε
να προβεί σε στρουθοκαμηλισμό
985 χρουσούζικο = γρουσούζικο
986 χτικιό = φυματίωση
987 χτυπάρι = κατασκεύασμα από ξύλο βουζιάς με το οποίο
εξφενδονίζουν μελικόκια
988 ψαλίδα = δοκάρι στήριξης της σκεπής
989 ψαχουλεύω = ψάχνω
990 ψεματούρα = μεγάλο ψέμα
991 ψες = χθες το βράδυ
992 ψευτούρης = ψεματιάρης, ψεύτης μεγάλος
993 ψηστήρι = μηχάνημα με το οποίο ψήνετε ο καφές
994 ψιά = λίγο
995 ψίχα = λίγο
996 ω = άρθρο προσφόνησης (π.χ. ω Νίκο)
997 ώρα = ρολοϊ

1 | 2 | 3 | 4 | 5

Με πλήρη σεβασμό στους συγχωριανούς μας, στις ρίζες, τη σημασία και την έννοια των παραπάνω λέξεων!