Ζερβάτι

Βορείου Ηπείρου

Παραδοσιακά Τραγούδια

ΤΡΙΟΜΕΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΠΡΟΣ

Τριομερήτικος γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,

επήγε και σκλαβώθηκε σε φράγκικο καράβι.

Έπεσε ν' αποκοιμηθεί, λίγον ύπνο να κάνει,

ειδ' όνειρο στον ύπνο του, παντρεύεται η καλή του,

5 κι από τη στεναχώρια του βαριά αναστενάζει.

Τόσο βαριά αναστέναξε, που στάθηκε το καράβι.

Καραβοκύρης φώναξε ψηλά απ' το κατάρτι:

-Ποιος είναι κι αναστέναξε και στάθηκε το καράβι;

Αν είναι από τους δούλους μου διπλά θα τον πληρώσω,

10 κι αν είναι από τους σκλάβους μου θα τόνε ξεσκλαβώσω.

Κι ο Κώστας πολογήθηκε 'πο μέσα απ' το καράβι:

-Εγώ είμαι π' αναστέναξα και στάθηκε το καράβι.

-Τι έχεις, Κώστα, που θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;

Μηνά πεινάς, μηνά διψάς, μήνα ρούχα σου λείπουν.

15 -Ουδέ πεινώ, κι ουδέ διψώ, κι ουδέ ρούχα μου λείπουν.

Ειδ' όνειρο στον ύπνο μου, παντρεύεται η καλή μου!

-Κώστα, για το χατίρι σου θα σε ξελευτερώσω.

Βάλε τελάλη στ' άλογα σε δώδεκα τσαϊρια,

ποιο είναι το άξιο το άλογο, το άξιο και της αρρέντας.

20 Τρεις μέρες το περπάτημα, τρεις ώρες να το κάμει!

Κι όσ' άλογα το άκουσαν, έπεσαν και ψοφήσαν,

κι όσες φοράδες το άκουσαν, έπεσαν κι απορίξαν,

κι όσα μουλάρια το άκουσαν, ελιανοκατουρόταν.

Ένας γρίβας, παλιόγριβας, σαρανταδυοπληγιάρης

25 επάησε και χλιμήντρισε στην άκρη στο τσαίρι:

-Εγώ είμαι το άξιο το άλογο, το άξιο και της αρρέντας!

Τρεις μήνες να είναι μακριά, τρεις μέρες θα το κάμω,

τρεις μέρες να είναι μακριά, τρεις ώρες θα το κάμω,

αν μ' αυγατήσεις την τροφή σαράντα πέντε χούφτες,

30 κι αν αυγατήσεις το νερό σαράντα πέντε κούπες,

να δέσεις το κεφάλι σου με δώδεκα μαντήλια,

να δέσεις τη μεσούλα σου μαζί με τη δική μου!

Τυχαίνει λάκκος κι απηδώ, γκρεμός και πέφτεις κάτω.

Στο δρόμον όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει

35 παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλά και λεέι:

Η θε να βρω τη μάνα μου στη βρύση που να πλένει,

Να βρω και τον πατέρα μου στ' αμπέλι να κλαδεύει.

Κι όπως επαρακάλεσε έτσι και τους εβρήκε.

-Καλημέρα σου, μπάρμπα μου! - Καλώς τον το διαβάτη!

40 Μπάρμπα, που γίνεται χαρά, που γίνονται τα γλέντια;

Γιατί λαλούνε τα βιολιά και ποιάνου νύφη παίρνουν;

-Στις αστραπές και στις βροντές, του γιου μου του χαμένου,

που χάθηκε μέσα στη σκλαβιά, δώδεκα χρόνους τώρα,

που σήμερα η γυναίκα του θα πάρει άλλον άντρα,

45 εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.

-Να σφίξω εγώ το γρίβα μου, το που θα τους προφτάσω;

-Αν είναι ο γρίβας γρήγορος τους φτάνεις μες στο δρόμο,

κι αν είναι ο γρίβας άναργος εκεί που στεφανώνουν.

Ο γρίβας βγήκε γρήγορος, τους πρόφτασε στο δρόμο.

50 -Καλημέρα, συμπέθεροι! - Καλώς τον το διαβάτη!

-Πως το 'χετε στον τόπο σας, τη νύφη να κεράσω;

-Εμείς στον τόπο το 'χομε τη νύφη να κερούμε

όποιος γροσιά, κι όποιος φλωριά, και όποιος δαχτυλίδια.

Το δαχτυλίδιν έβγαλε, στέκει και τον κεράει.

55 Η νύφη γραμματ' ήξερε, στέκει και το διαβάζει.

-Τούτος ειν' ο αρραβώνας μου, το πρώτο μου στεφάνι!

Στην αγκαλιά του ρίχτηκε, στα κάπουλα τη βάνει.

-Έχετε γεια, συμπέθεροι, γαμπρέ σαν το γομάρι!

Όσο να πούνε "που 'ναι τος", πήρε σαράντα ράχες

60 κι όσο να πούνε "πιάστε τον' κι άλλες σαράντα πέντε.